|
|
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ
ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ
*
Το Μεσαιωνικό λιμάνι της Αμμοχώστου
* Η πόλη και το λιμάνι των Φράγκων
*
Η Αμμόχωστος: το κύριο λιμάνι του ανατολικού εμπορίου
*
Η τοπογραφία του μεσαιωνικού λιμανιού
*
Η γενουάτικη πόλη και το λιμάνι
* Το Μεσαιωνικό λιμάνι της Αμμοχώστου
(1191-1489)
 
(1904)
Η πόλη
της Αμμοχώστου φαίνεται να ιδρύθηκε μετά το 964, όταν ο
Νικηφόρος Φωκάς έθεσε τέρμα στις αραβικές επιδρομές.
Τότε οι κάτοικοι της Κωνσταντίας μετακινήθηκαν νοτιότερα και
εγκαταστάθηκαν στην ερειπωμένη Αρσινόη, την χωσμένη στην
άμμο Αμμόχωστο, όπου υπήρχε λιμάνι, γιατί εκείνο της
Σαλαμίνας-Κωνσταντίας είχε γίνει πια άχρηστο από τις
επιδρομές, τους σεισμούς και τις προσχώσεις του Πεδιαίου
ποταμού.
To
μεσαιωνικό λιμάνι της Αμμοχώστου, στην ανατολική Κύπρο,
είναι ακόμη σήμερα στην ίδια ακριβώς τοποθεσία, ανατολικά
της πόλης, προστατευμένο από τους νοτιοανατολικούς ανέμους,
από μια υφαλογραμμή η οποία εκτείνεται παράλληλα με την
παραλία.
Σήμερα το λιμάνι της Αμμοχώστου προσδιορίζεται επίσημα ως
ένα διπλό λιμάνι (double
port)
που αποτελείται από δύο λεκάνες, την εξωτερική και την
εσωτερική.
Η είσοδος του εσωτερικού λιμανιού τοποθετείται στη νότια
πλευρά του εξωτερικού λιμανιού, μεταξύ των δύο μώλων.
Αυτές οι τοπογραφικές θέσεις δεν έχουν υποστεί καμία αλλαγή
από τον καιρό του μεσαίωνα.
Συνεπώς, και το μεσαιωνικό λιμάνι ήταν σίγουρα ένα διπλό
λιμάνι.
Με τη διαφορά ότι ενώ σήμερα η είσοδος περικλείεται από τους
δύο σύγχρονους μώλους, κατά τη διάρκεια του μεσαίωνα η
είσοδος προστατευόταν από δύο οχυρωματικά έργα και έκλινε με
μια αλυσίδα.
Αυτό το μεσαιωνικό διπλό λιμάνι, είχε στην ανατολική του
πλευρά μια σειρά υφάλων και νησίδων, επάνω στους οποίους
έσπαζαν τα κύματα, λειτουργούσε δηλαδή ως ένας φυσικός
κυματοθραύστης.
Το
εσωτερικό λιμάνι είχε μια ξύλινη αποβάθρα, που εκτεινόταν
κατά μήκος του κάστρου και περνούσε μπροστά από την πύλη της
ξηράς. Κοντά στην πύλη της θάλασσας βρισκόταν το τελωνείο
και στην νότια πλευρά του λιμανιού ήταν το ναύσταθμος, όπου
κατασκευάζονταν σκάφη μικρού μεγέθους.
Το 1372 γνωρίζουμε ότι ο βασιλιάς της Κύπρου έδωσε εντολή να
διορθώσουν και να ενισχύσουν τις οχυρώσεις της Αμμοχώστου "fabricar
et fortificar le muraglie del arsina de Famagusta",
λόγω της απειλής των Γενουατών.
Η είσοδος του λιμανιού ήταν προστατευμένη από έναν πύργο
κτισμένο επάνω στον βόρειο ύφαλο στο τέλος του φυσικού
κυματοθραύστη αλλά και από ένα φρούριο, κτισμένο επάνω στη
γη και ακριβώς απέναντι από τον πύργο.
Η είσοδος έκλεινε με αλυσίδα.
Το
μεσαιωνικό λιμάνι της Αμμοχώστου είχε όμως μια σειρά από
μειονεκτήματα.
Η είσοδος στο εξωτερικό λιμάνι ήταν δύσκολη λόγω των υφάλων
και των άβαθων νερών.
Ηταν δηλαδή επικίνδυνη για πλοία με φορτία.
Το 1232, ο
Jean d'Ibelin,
στις προσπάθειές του να ξαναπάρει το νησί από τους
Λογκοβάρδους, χρησιμοποίησε αυτά τα ρηχά νερά, γύρω από τις
νησίδες "απ'όπου μπορούσε κανείς να περάσει στην στεριά
όταν τα νερά ήταν χαμηλά και η θάλασσα ήρεμη".
Αλλά τα πλοία του υπέστησαν μεγάλες ζημιές.
Έτσι τα εμπορικά πλοία που κουβαλούσαν φορτίο ήταν
αναγκασμένα να αγκυροβολούν έξω από το λιμάνι, γεγονός που
μαρτυρείται από τον
Le
Saige
το 1538:
"Αγκυροβολήσαμε το σκάφος μας στο κόλπο της Αμμοχώστου,
γιατί τα σκάφη δεν μπορούν να πλησιάσουν την πόλη της
Αμμοχώστου λόγω των υφάλων" .
Μικρά σκάφη τα
navilia
έφερναν τους επιβάτες και τα φορτία μέσα στο εσωτερικό
λιμάνι από το εξωτερικό.
Αυτό όμως συνεπάγεται την επικίνδυνη παραμονή των πλοίων στο
ανοικτό πέλαγος με ανέμους από όλες τις κατευθύνσεις.
Έτσι δεν είναι καθόλου περίεργο πώς ο πορτολάνος του 13ου
αιώνα 'Il
Compasso da Navigare'
δεν αναφέρει καθόλου την Αμμόχωστο.
Ο πορτολάνος του 15ου αιώνα ο 'Parma
Magliabecchi'
συμβουλεύει τα πλοία να προσεγγίζουν το λιμάνι από τη
βορειότερη νησίδα του εξωτερικού λιμανιού, με βυθομετρήσεις
και με πολύ προσοχή όταν ρίχνουν την άγκυρα.
Ενας άλλος πορτολάνος του 15ου αιώνα ο 'Des
Gratiosus Benincasa',
συμβουλεύει τα πλοία να αράζουν σε ένα κόλπο που ομοιάζει με
μποτίλια, στα βορειοδυτικά του εξωτερικού λιμανιού και έχει
βάθος 14 βενετικά πόδια (4.87μ.) στο εσωτερικό, και 16
Βενετικά πόδια (5.56μ.) στο εξωτερικό.
Είναι καθ'όλα περίεργο ότι ενώ η Αμμόχωστος είναι το κύριο
λιμάνι του νησιού κατά τη διάρκεια του 14ου
αιώνα και μέχρι το τέλος του 15ου αιώνα,
ωστόσο δεν έγινε καμία προσπάθεια εκβάθυνσης της εισόδου του
λιμανιού για να διευκολύνονται τα σκάφη.
Γνωρίζουμε ότι σε άλλες βενετικές και γενοβέζικες
κατακτήσεις γίνονται βελτιωτικά έργα και έργα εκβάθυνσης
στους διάφορους λιμένες (Χίος).
Η άλωση της πόλης από τους Γενοβέζους το 1380 και οι έντονες
προσπάθειες που κατέβαλαν για να κρατήσουν τον ηγετικό ρόλο
της Αμμοχώστου στο εμπόριο, η δυσχέρεια εισόδου στο λιμάνι,
η τοποθεσία της Αμμοχώστου έξω από τους θαλάσσιους δρόμους
που οδηγούσαν στην Αίγυπτο και την Συρία σήμαναν την παρακμή
του λιμανιού.
Όταν η Αμμόχωστος επέστρεψε στα χέρια των βασιλιάδων της
Κύπρου το 1460 ο βασιλιάς Ιάκωβος ο ΙΙ, κατάργησε το ειδικό
προνόμιο που είχε ως το κύριο διεθνές λιμάνι του νησιού.
Η διεθνής εμπορική δραστηριότητα μεταφέρθηκε σ'ένα χώρο που
άρμοζε περισσότερο στις ανάγκες του 15ου αιώνα. Τη Λάρνακα.
Οι
ναυτικοί οδηγοί ή βιβλία λιμανιών δίνουν οδηγίες (όπως το
Compasso da
navigare
του 13ου αιώνα) στους ναυτικούς σε συνδυασμό με ναυτικούς
χάρτες (portolani)
οι οποίοι εντόπιζαν τα λιμάνια κατά μήκος της Μεσογείου μας
έχουν δώσει σημαντικά στοιχεία για την τοπογραφία των
λιμανιών και τις διάφορες διευκολύνσεις που προσέφερε το
καθένα.
Εμπορικά εγχειρίδια προσφέρουν άμεσες πληροφορίες για τα
εμπορεύσιμα είδη, τα μέτρα, τα σταθμά, τα νομίσματα που
ίσχυαν σε διάφορους τόπους, ενώ υπάρχουν ενδείξεις για τις
τιμές της αποθήκευσης, της μεταφοράς, και γενικά όλα όσα
αφορούν τη ζωή ενός λιμανιού.
Το γνωστότερο εγχειρίδιο είναι αυτό του
Francesco Balducci
Pegolotti
που χρονολογείται από τον 14ο αιώνα.
Ειδικά
όμως για το λιμάνι της Αμμοχώστου, η πολυτιμότερη πηγή
παραμένει η πληθώρα των χαρτών που αναφέρονται στην άλωση
και την πολιορκία της πόλης από τους Τούρκους του 1571.
Λεπτομερέστατοι χάρτες με αναφορές τόσο στην πολεοδομία, όσο
και στο λιμάνι της Αμμοχώστου, έχουν γίνει από πολλούς
ευρωπαίους γεωγράφους.
Επίσης στο ναυτικό μουσείο (Museo
Navale)
της Βενετίας, σώζονται δύο μακέτες των ενετικών τειχών και
του λιμανιού της Αμμοχώστου.
TOP |
|
* Η πόλη και το λιμάνι των Φράγκων

ΦΡΑΝΚΙΚΟ ΠΛΟΙΟ
Η
Αμμόχωστος αρχίζει να παίρνει σάρκα και οστά- τουλάχιστο
στις γραπτές πηγές- μόλις στα χρόνια της Τρίτης
Σταυροφορίας, δηλαδή στα τέλη του 12ου αιώνα όταν την Κύπρο
κυβερνά ο αυτοανακηρυχθείς το 1181 ανεξάρτητος αυθέντης της
νήσου,
Ισάακιος Κομνηνός.
Οι σταυροφόροι σταματούν αναγκαστικά στο νησί, το ταξίδι από
τις ακτές της Γαλλίας ή και της Ιταλίας είναι μεγάλο και
κουραστικό και ο στόλος ταλαιπωρημένος.
Εξάλλου γνωρίζουμε ότι από την Κύπρο μπορούν να οργανωθούν
οι επιδρομές εναντίον των Αράβων, και κατά συνέπεια
η Κύπρος συγκεντρώνει το ενδιαφέρον των σταυροφόρων ως βάση
των εξορμήσεων τους.
Οι χρονικογράφοι μάς εξιστορούν, ότι το 1191, όταν ο
βασιλιάς της Αγγλίας Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος, προσάραξε στις
νότιες ακτές της
Κύπρου λόγω θαλασσοταραχής,
και συγκρούστηκε με τον Ισάακιο, κινήθηκε από την Λεμεσό
στην Αμμόχωστο, όπου και αποβιβάστηκε.
Εκεί για πρώτη φορά γίνεται λόγος για ένα φρούριο, "castrum",
της Αμμοχώστου χωρίς όμως καμία άλλη πληροφορία.
Το λιμάνι
προφανώς υπάρχει. "Βρήκε την πόλη ανοχύρωτη" μας λέει ο
Hill,
και έτσι έπεσε στα χέρια του Ριχάρδου χωρίς μάχη.
Ο Ριχάρδος πωλεί στη συνέχεια το νησί στον νεαρό, πρώην
βασιλιά των Ιεροσολύμων Γουίδο ντε Λουζινιάν.
Με αυτό τον τρόπο, πέρασε η Κύπρος το 1192, από τη Βυζαντινή
αυτοκρατορία στα χέρια των φράγκων σταυροφόρων του οίκου των
Λουζινιάν, που κατάγονταν από το
Poitou
της Βόρειας Γαλλίας.
Αναμφίβολα, στις στρατηγικές
αποφάσεις για τη διοργάνωση των σταυροφοριών, η Κύπρος
παίζει ένα σημαντικό ρόλο: η Αμμόχωστος και ιδιαίτερα το
λιμάνι της μπορούν να διαδραματίσουν ρόλο στην επανάκτηση
των εδαφών από τους 'Αραβες, μπορεί να είναι το κέντρο
συγκέντρωσης και ανεφοδιασμού των σταυροφόρων.
TOP |
|
*
Η Αμμόχωστος: το κύριο λιμάνι του
ανατολικού εμπορίου
Κατά τη διάρκεια της φραγκοκρατίας και
ιδιαίτερα μετά το 1291 (πτώση της 'Ακρας) η Αμμόχωστος είναι
η πιο προχωρημένη χριστιανική πόλη της αανατολικής
Μεσογείου.
Τα υπόλοιπα χριστιανικά κράτη της Συρίας και της Παλαιστίνης
καταλύθηκαν σταδιακά από τους 'Αραβες.
Τα γεγονότα αυτά στέρησαν τους δυτικούς εμπόρους από το
προνομιακό καθεστώς που είχαν για σχεδόν δύο αιώνες κατά
μήκος της παραλίας της Ανατολής.
Έτσι η Αμμόχωστος και το περίφημο λιμάνι της
γίνεται μια από τις πλουσιότερες και ενδοξότερες πόλεις της
Μεσογείου, η βάση της οικονομίας του κράτους των Λουζινιανών,
και το μήλο της έριδος μεταξύ των θαλασσοκρατειρών
δημοκρατιών της Βενετίας και της Γένουας, που εμπορεύονται
στο λιμάνι της για ένα σημαντικό χρονικό διάστημα.
Σχεδόν έναν ολόκληρο αιώνα το λιμάνι μονοπωλεί, ως
διαμετακομιστικός σταθμός όλο το εμπόριο της Ευρώπης προς
την Εγγύς Ανατολή.
Η Κύπρος και ιδιαίτερα η Αμμόχωστος γίνεται το νέο πολιτικό
και στρατιωτικό μέτωπο της Δύσης στην Ανατολική Μεσόγειο.
TOP |
|
*
Η τοπογραφία του μεσαιωνικού λιμανιού

Η
παλαιότερη γραπτή αναφορά που έχουμε για τις οχυρώσεις της
Αμμοχώστου προέρχεται από τον κόμητα
Willibrand d'Oldenbourg.
To
1211 είχε επισκεφθεί την Κύπρο και μεταξύ άλλων αναφέρει ότι
η Αμμόχωστος είναι μια παραλιακή πόλη, έχει ωραίο λιμάνι,
αλλά η οχύρωσή της είναι ασήμαντη. Η αμέσως επόμενη αναφορά
για τις οχυρώσεις και το λιμάνι της Αμμοχώστου ανήκει στον
Philippe de Novare
και χρονολογείται στο 1232, κατά τη διάρκεια του γνωστού
λογγοβαρδικού πολέμου.
Ο συγγραφέας αναφέρεται στον πύργο που υπήρχε στο λιμάνι της
πόλης. Συγκεκριμένα ξέρουμε από τη διήγηση ότι ο βασιλιάς
Ερρίκος ο Α' κατόρθωσε να κυριεύσει την Αμμόχωστο από τα
χέρια των Λογγοβάρδων χρησιμοποιώντας τη βραχονησίδα (scoglio)
που βρίσκεται στο λιμάνι της Αμμοχώστου, ώστε να μπορέσει να
εισέλθει στην πόλη.
Οι βράχοι αυτοί αναφέρονται σε πλείστους χρονογράφους και
περιηγητές.
Ο
Diomede Stramaldi
τους ονομάζει
Isola
delli Manzi
ενώ ο
F.
Amadi
και ο Φλώριος Βουστρώνιος
Isola
ή
Scoglio de Suef.
O Mαχαιράς
αναφέρει επίσης το νησί της Αγίας Αικατερίνης, ένα άλλο
νησάκι απέναντι στο λιμάνι της Αμμοχώστου.
Το
μεσαιωνικό λιμάνι της Αμμοχώστου βρίσκεται στην ανατολική
πλευρά της πόλης, και είναι προστατευμένο από τους
νοτιοανατολικούς ανέμους με μια σειρά από νησάκια και
βράχους, ένα φυσικό κυματοθραύστη,
ο οποίος εκτεινόταν παράλληλα προς την ακτή.
Το μεσαιωνικό λιμάνι ήταν ένα διπλό λιμάνι, με εσωτερική και
εξωτερική λεκάνη, που προστατευόταν από δύο πύργους και
έκλεινε με αλυσίδα.
Το εσωτερικό λιμάνι είχε μια ξύλινη αποβάθρα στην ξηρά κατά
μήκος των τειχών της πόλης, που άρχιζε στην Πύλη της ξηράς
και κατέληγε στο κάστρο που προστάτευε την πόλη.
Κοντά την Πύλη της Θάλασσας βρισκόταν το τελωνείο.
Στην νότια πλευρά του εσωτερικού λιμανιού
βρισκόταν το ναυπηγείο του οποίου η είσοδος περνούσε μέσα
από τα θαλάσσια τείχη της πόλης.
Σ'αυτό το ναυπηγείο κατασκεύαζαν μικρά εμπορικά σκαριά.
Το 1372, ο βασιλιάς της Κύπρου διέταξε "fabricar
et fortificar le muraglie del arsina de Famagusta"και
αυτό για να προστατεύσει την πόλη από πιθανές εφόδους από
τους Γενουάτες.
Η είσοδος του λιμανιού έβλεπε προς βορρά, και προστατευόταν
από έναν πύργο που ήταν κτισμένος επάνω στο βόρειο βράχο στο
τέλος του φυσικού κυματοθραύστη, και από ένα κάστρο κτισμένο
στη ξηρά απέναντι ακριβώς από τον πύργο.
Η είσοδος αυτή έκλεινε με αλυσίδα.
Αυτό το μικρό κάστρο, σύμφωνα με περιγραφή του Νicolas
de Martoni,
που χρονολογείται γύρω στα 1390, περιτριγυριζόταν από
τάφρους με νερό και στις τρεις του πλευρές, ενώ η τέταρτη
του πλευρά βρισκόταν στη ξηρά.
Αυτές οι τάφροι είχαν δημιουργηθεί κατόπιν διαταγών του
βασιλιά της Κύπρου κατά τη διάρκεια του πολέμου εναντίον των
Γενουατών το 1373.
Ο βασιλιάς διέταξε τους άνδρες του να σκάψουν τις τάφρους
γύρω από το μικρό κάστρο και να τις γεμίσουν με νερό, για να
εμποδίσει ακριβώς του Γενουάτες που κρατούσαν το μικρό
κάστρο να αποδράσουν.
Γνωρίζουμε από άλλους περιηγητές, ότι αυτό το κάστρο γύρω
στα
1230, ήταν μόνο ένας πύργος.
Στο τέλος του 16ου αιώνα ο
Paruta,
το περιγράφει ως "μικρό κάστρο με τέσσερις πύργους που
δέσποζε του λιμανιού".
Σύμφωνα και πάλι με τον ίδιο, η αλυσίδα που έκλεινε το
λιμάνι ξεκινούσε από τον πύργο στην βόρεια πλευρά του
κυματοθραύστη και κατέληγε σ' ένα σύμπλεγμα βράχων που
βρίσκονταν περίπου 69.60 μ. από το κάστρο.
Αυτό το τοπογραφικό σχέδιο του εσωτερικού λιμανιού έχει
πολλές ομοιότητες με άλλα λιμάνια της ανατολικής Μεσογείου
(Χίου, Ρόδου αλλά και της 'Ακρας στην σύρο-παλαιστινιακή
ακτή).
Η βασικότερη όμως διαφορά με τα άλλα λιμάνια ήταν το γεγονός
ότι ο ανατολικός κυματοθραύστης του λιμανιού της Αμμοχώστου
ήταν φυσικός.
Αυτό επιτρέπει το χαρακτηρισμό του εσωτερικού λιμανιού ως
ημιτεχνητού.
Αντιθέτως, το εξωτερικό λιμάνι, χωρίς κανένα κτίσμα, ήταν
ένα εντελώς φυσικό λιμάνι προστατευμένο από τους
νοτιοανατολικούς ανέμους μόνο από την τοπογραφία του: δηλαδή
τους βράχους .
Αυτό είχε ως επακόλουθο το γεγονός ότι το εσωτερικό λιμάνι
ήταν εξαρτημένο από το εξωτερικό, γιατί φαίνεται ότι ή
είσοδος στο εσωτερικό λιμάνι γινόταν από την νότια πλευρά
του εξωτερικού λιμανιού.
Η
είσοδος του εξωτερικού λιμανιού παρουσίαζε όμως προβλήματα
για φορτωμένα ιδίως πλοία, λόγω της παρουσίας των υφάλων και
των ρηχών νερών.
Το 1232, ενώ ο
Jean d'Ibelin,
προσπαθούσε να επανακτήσει το νησί από τον Φρειδερίκο τον Β'
των Λογκοβάρδων, χρησιμοποίησε τα ρηχά νερά, γύρω από τα
νησάκια "απ' όπου ένας μπορούσε άνετα να βγει στη ξηρά
επειδή τα νερά είναι χαμηλά και η θάλασσα εκεί είναι ήσυχη".
Αλλά κατέστρεψε τα πλοία του λόγω των υφάλων, γιατί
γνωρίζουμε ότι τα πλοία που χρησιμοποίησε ήταν τα "salandriae"
που έχουν βύθισμα 2.70 μ.
Η
δυσκολία αυτή, ανάγκαζε τα εμπορικά καράβια να ρίχνουν
άγκυρα εκτός λιμανιού.
Αυτό συνέχισε και κατά τη διάρκεια της γενουάτικης κατοχής
της πόλης γιατί γνωρίζουμε ότι "επτά γενουάτικες γαλέρες
έφτασαν στην Αμμόχωστο το 1373
avanti al porto,
(στάθμευσαν μπροστά από το λιμάνι) και ότι ο καπετάνιος τους
"manda a
terra per una barca"
(έφθασε στη γη με μια βάρκα).
Επιβεβαιώνεται με αυτό τον τρόπο η περιγραφή
του 1538 από τον
Le Saige:
"Aγκυροβολήσαμε
στον κόλπο της Αμμοχώστου, γιατί τα πλοία δεν μπορούν να
προσεγγίσουν την οχυρωμένη πόλης της Αμμοχώστου λόγω των
βράχων".
Από τον κόλπο, μικρά πλοιάρια τα "navilia"
αναλάμβαναν τη μεταφορά των εμπορευμάτων αλλά, και των
ταξιδιωτών στο εσωτερικό του λιμανιού.
Η
αναγκαστική αυτή διαμονή των πλοίων έξω από το λιμάνι
επεξηγεί κατά κάποιο τρόπο και την απουσία αναφοράς του
λιμανιού της Αμμοχώστου από τους πορτολάνους της εποχής.
Ούτε ο περίφημος πορτολάνος του 13ου αιώνα "Il
Compasso da Navigare"
αναφέρεται στην Αμμόχωστο, ενώ ο γνωστός πορτολάνος του 15ου
αίώνα "Parma
Magliabecchi"
συμβουλεύει τα πλοία να είναι προσεκτικά στην είσοδο του
λιμανιού.
Ο πορτολάνος "De
Gratiosus Benincasa"
(1435-1445), συμβουλεύει τα πλοία να αγκυροβολούν μέσα σ'ένα
ορμίσκο που έχει το σχήμα μιας μπουκάλας, βορειοδυτικά του
εξωτερικού λιμανιού.
Οι
αναφορές στην πόλη και στο λιμάνι της Αμμοχώστου ανέρχονται
σε χιλιάδες. Τα κρατικά αρχεία της Βενετίας, της Γένουας και
του Βατικανού περιέχουν αμέτρητα έγγραφα με αναφορές στην
Αμμόχωστο.
Οι έμποροι κρατούν καταστάσεις για τις εξαγωγές και τις
εισαγωγές και καταγράφουν λεπτομερώς τη μεγάλη ναυτική και
εμπορική κίνηση του λιμανιού, που αποτελεί αναγκαστικό
σταθμό των ταξιδιών.
Ομως ένας σημαντικός χώρος πληροφοριών για την πόλη, αλλά
περισσότερο για το λιμάνι της, παραμένουν οι ταξιδιωτικές
εντυπώσεις των διαφόρων περιηγητών αλλά και προσκυνητών που
σταθμεύουν στο λιμάνι της πόλης.
Κάθε περιηγητής στο ταξίδι του προς και από τους Αγίους
Τόπους, σταθμεύει για τρεις η και περισσότερες μέρες και
περιγράφει την πόλη και το λιμάνι της.
Ο
Πάπας Κλήμης ο Ε' απαγόρευσε τις επισκέψεις στους Αγίους
Τόπους για να στερήσει από τους μαμελούκους Σουλτάνους το
εισόδημα που αυτοί αντλούσαν από τα προσκυνήματα.
Τα ταξίδια ωστόσο ξανάρχισαν μετά το 1300.
Κατά τη διάρκεια της πρώτης δεκαετίας του 14ου αιώνα οι
μαμελουκικές αρχές υποσχέθηκαν να προστατέψουν τα
προσκυνήματα, αλλά από το 1313 κάθε δυτικός που ταξίδευε
προς την Ιερουσαλήμ έπρεπε να πληρώσει φόρο.
Το 1328, γνωρίζουμε ότι ένας γενουάτης έμπορος άνοιξε ένα
πανδοχείο για τους προσκυνητές που ενέκρινε ο Πάπας.
Όσο όμως ο αυστηρός παπικός αποκλεισμός εμπόδιζε την
ελεύθερη πρόσβαση προς τις μαμελουκικές χώρες, η Κύπρος και
μάλιστα η Αμμόχωστος αποτελούσε τον απαραίτητο σταθμό στα
δρομολόγια που ένωναν την Δύση με την Ιερουσαλήμ.
Η
Αμμόχωστος δεν είναι ο πιο συχνός σταθμός των καραβιών
μεταξύ της Βενετίας και των Αγίων Τόπων.
Την πρώτη θέση έχει η Λεμεσός και η Πάφος.
Η Αμμόχωστος συνήθως είναι ο σταθμός στην επιστροφή, και
γνωρίζοντας ότι οι άνεμοι είναι αντίξοοι για το ταξίδι από
την Κύπρο προς τη Βενετία, οι γαλέρες πολλές φορές
σταθμεύουν για πολλές μέρες εν αναμονή ούριου ανέμου.
Το θέμα της ασφάλειας των θαλασσών ανησυχεί επίσης τους
οργανωτές αυτών των ταξιδιών.
Πολλές φορές η Βενετία στέλνει γαλέρες για να συνοδεύουν τα
πλοία των προσκυνητών και συχνά τα ίδια τα πλοία μεταφέρουν
στο πλήρωμα τους άνδρες οπλισμένους για τυχόν επιδρομές
πειρατών.
Από
τις περιγραφές των ταξιδιωτών-προσκυνητών συμπεραίνουμε ότι
το λιμάνι της Αμμοχώστου φαίνεται να είναι ένα καλό λιμάνι,
που παρέχει προστασία από τους ανέμους και τις φουρτούνες.
Φαίνεται ότι υπάρχει ειδική φρουρά στην είσοδο του λιμανιού,
που με την βοήθεια της μεγάλης σιδερένιας αλυσίδας ελέγχει
τις εισόδους και τις εξόδους του λιμανιού.
TOP |
|
*
Η γενουάτικη πόλη και το λιμάνι
Γύρω στα
1300 η Αμμόχωστος είχε ήδη κληρονομήσει σε μεγάλη έκταση τις
πολλαπλές λειτουργίες της σταυροφοριακής 'Ακρας: χρησίμευε
ως ενδιάμεσος διαμετακομιστικός σταθμός και ως κέντρο
διανομής προϊόντων από την δύση και την ανατολή.
Πρόσφερε ντόπια ακατέργαστα υλικά και βιομηχανοποιημένα
εμπορεύματα.
Αποτελούσε αγορά για δραστήριους εμπόρους στα μουσουλμανικά
εδάφη και για τους ντόπιους.
Παρείχε υπηρεσίες σε διερχόμενα πλοία, εμπόρους και
προσκυνητές.
Η Αμμόχωστος διατήρησε αυτό τον πολυσύνθετο ρόλο όσο καιρό
παρέμεινε ο αυστηρός παπικός αποκλεισμός, δηλαδή μέχρι το
1344.
Από το
χρονικό του
Francesco Amadi,
ένα μοναδικό χρονικό που εξιστορεί την περίοδο μεταξύ
1316-1310 γνωρίζουμε ότι ο Αμωρύ, ο Λόρδος της Τύρου, ο
οποίος έχει αναλάβει τη διακυβέρνηση, διάταξε τη βελτίωση
των οχυρωματικών έργων και του λιμανιού, ενώ οι πόροι για
τις εργασίες αυτές προήλθαν από ένα φόρο που επέβαλαν στους
εβραίους κατοίκους της Αμμοχώστου μόνο.
Το τέλος
του 13ου και ο 14ος αιώνας είναι αναμφίβολα η πιο ένδοξη
περίοδος του λιμανιού της Αμμοχώστου.
Οι παλιοί εμπορικοί δρόμοι, που άφηναν το νησί γενικά σε
κάποια απόσταση διαφοροποιήθηκαν, ένα νέο είδος εμπορίου
έκανε την εμφάνισή του και οι δυτικές ναυτικές δυνάμεις της
εποχής ασκούσαν πιέσεις στο λατινικό βασίλειο της Κύπρου για
περισσότερα εμπορικά προνόμια.
Μπορούμε επίσης να αναφέρουμε ότι η αξία αυτή του κυπριακού
ναυτικού επεξηγείται και σχετίζεται επίσης μερικές
αξιοσημείωτες βελτιώσεις στο σχεδιασμό των
πλοίων και στις τεχνικές της ναυσιπλοϊας.
Οι Γενουάτες ήσαν οι πρώτοι που εγκατέστησαν μια κατευθείαν
θαλάσσια σύνδεση μεταξύ της Μεσογείου, των λιμανιών της
Αγγλίας και της Φλάνδρας κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του
1270.
Τα ταξίδια αυτά συνδέονται με την εμφάνιση ενός νέου τύπου
σκάφους στη Μεσόγειο.
Τα μεγάλα στρογγυλά πλοία που μετέφεραν ογκώδη φορτία
αντικαταστάθηκαν με άλλα πιο ελαφριά σκάφη που απαιτούσαν
λιγότερο πλήρωμα. Ηταν εξοπλισμένα με τετραγωνικά ιστία και
κουπιά μόνο, συνήθως διήρεις με μεγάλα αμπάρια για
εμπορεύματα.
Τέτοιου είδους πλοία μετέφεραν συνήθως 50 τόνους
εμπορεύματα.
Η διάδοση βέβαια των ναυτικών εφευρέσεων, όπως η πυξίδα, ο
ναυτικός χάρτης και τα βιβλία των λιμανιών άνοιξαν τις
θάλασσες και στα χειμερινά ταξίδια .
Ο
κατ'εξοχήν εμπορικός χώρος του τέλους του 13ου αιώνα είναι
το λιμάνι.
Προσανατολισμένο στην Ανατολή, αποτελεί μαζί με το λιμάνι
της Λεμεσού το καλύτερο αγκυροβόλιο του νησιού.
Στις αρχές του 14ου αιώνα δεν έχει ακόμη διαμορφωθεί
οριστικά. Η γραμμή των παράλληλων προς την ακτή βράχων, η
οποία παίζει το ρόλο ενός φυσικού λιμενοβραχίονα, δεν έχει
ακόμα συνδεθεί με την ακτή, με ένα μώλο.
Ωστόσο γνωρίζουμε από το 1232, ότι υπάρχει ένας πύργος στην
είσοδο του λιμανιού. Οι διαστάσεις του λιμανιού είναι
περιορισμένες (υπολογίζεται περίπου σε μερικές εκατοντάδες
μέτρων, μεταξύ του πύργου και της Πύλης της θάλασσας) και το
βάθος του ανεπαρκές.
Δεν
υπάρχει αμφιβολία ότι κατά το πρώτο ήμισυ του 14ου αιώνα η
Αμμόχωστος ήταν το επίκεντρο του νησιού, η κοσμοπολίτικη
πόλη που χάρη στο λιμάνι της κρατούσε τα ηνία της οικονομίας
του βασιλείου της
Κύπρου.
Μετά την πτώση της 'Ακρας το 1291, και την άφιξη όλων των
προσφύγων, ασιατικά μπαχαρικά και άλλα εμπορεύματα που ήσαν
σε μεγάλη ζήτηση στην δυτική Ευρώπη, αγοράζονταν από
κύπριους εμπόρους που είχαν ως βάση τους την Αμμόχωστο, και
μεταπωλούνταν σε δυτικούς εμπόρους που έρχονταν στην Κύπρο.
Η γενουάτικη παροικία της Αμμοχώστου αποκτά ακόμη μεγαλύτερη
σπουδαιότητα.
Η Αμμόχωστος γίνεται η έδρα της γενουατικής διοίκησης. Ένα
και μοναδικό γεγονός είναι γενικά αποδεκτό: οι Γενουάτες
οδήγησαν την Αμμόχωστο στην καταστροφή και εκμηδένισαν την
εμπορική ευημερία της νήσου καταλαμβάνοντας το σπουδαιότερο
λιμάνι της.
Τον
Φεβρουάριο του 1383, συμφωνήθηκε μια τυπική συνθήκη ειρήνης
με τη Γένουα. Η Αμμόχωστος παραχωρήθηκε στη Γένουα με τον
όρο ότι όλο το διεθνές εμπόριο, με μικρές μόνο εξαιρέσεις,
θα διεξάγετο από την Αμμόχωστο.
Το 1390,
ο Νicolo da
Martoni,
δίνει μια περιγραφή του λιμανιού της Αμμοχώστου :
"Η πόλη
της Αμμοχώστου έχει ένα αρκετό ωραίο λιμάνι, προστατευόμενο
από κάθε άνεμο.
Και σ'αυτό το λιμάνι, μπροστά από την πύλη της πόλης,
βρίσκεται ξύλινη αποβάθρα, που έχει μήκος όσο μια πετροβολή
και σκάφη προσεγγίζουν αυτή την αποβάθρα, και από εκεί
μεταφέρονται εμπορεύματα στα σκάφη".
Ο ίδιος
λέει ότι "πριν εκατό χρόνια η πόλη αυτή βρισκόταν αλλού,
εκεί που σήμερα είναι η πόλη που λέγεται Κωνστάντζα, τέσσερα
μίλια από την Αμμόχωστο.
Απέχει δύο μίλια από την πόλη και δεν έχει λιμάνι".
Οταν χάθηκε η 'Ακρα, όλοι οι άνθρωποι έφθασαν στο νησί της
Κύπρου, και έτσι η αρχαία πόλη της Κωνσταντίας μεταφέρθηκε
εκεί που σήμερα είναι η Αμμόχωστος".
Στο
μεταξύ η παρουσία των Ενετών στο νησί και ιδιαίτερα στην
Αμμόχωστο γίνεται πιο έντονη.
Η επιμονή των Γενουατών να διεξάγεται όλο το υπερπόντιο
εμπόριο τους διά της Αμμοχώστου αναπόφευκτα οδήγησε σε τριβή
ανάμεσα στις δύο εμπορευόμενες δημοκρατίες.
Τα
επόμενα χρόνια γίνονται προσπάθειες από τον βασιλιά Ιάκωβο
να κερδίσει πίσω το "βασιλικό λιμάνι" της νήσου.
Προσεγγίζει τους Ενετούς και βελτιώνει τις σχέσεις του με τη
Γαλλία.
Ο
φυσικός σύμμαχος του βασιλιά εναντίον των Γενουατών ήταν η
Ενετία, αλλά οι προοπτικές για ενετική βοήθεια ήσαν
πενιχρές.
Δυστυχώς όμως, και επειδή τα συμφέροντα και των δύο ναυτικών
δυνάμεων είχαν κοινό παρονομαστή, οι Ενετοί κατέληξαν σε
συμφωνία με τους Γενουάτες.
Ο βασιλιάς Ιανός επανέλαβε το 1408 τις επιθέσεις εναντίον
των Γενουατών στην Αμμόχωστο. Οι χρονογράφοι παρέχουν λίγες
πληροφορίες για τη σύγκρουση αυτή στη διάρκεια της οποίας
χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά και από τις δύο
αντιμαχόμενες πλευρές κανόνια.
Το Δεκέμβριο του 1410 η Γένουα και η Κύπρος έκλεισαν ειρήνη.
Τα μεγάλα όμως δάνεια, η οικονομική εξάρτηση των Κυπρίων από
τους μεγαλέμπορους ολοένα και αυξανόταν.
Τα οφειλόμενα ποσά προς την
Maona
καθυστερούσαν και οι γενουάτες πιστωτές συναντούσαν
δυσκολίες στην είσπραξη των οφειλομένων σ'αυτούς χρεών.
Τα πράγματα στην Αμμόχωστο κάθε άλλο παρά ικανοποιητικά
ήσαν.
Η πόλη βρισκόταν σε συνεχή οικονομική και δημογραφική
παρακμή.
Το 1441 οι αρχές της πόλης ενθάρρυναν Αρμένιους από την
Τουρκία και τη Συρία να εγκατασταθούν εκεί και δύο χρόνια
αργότερα φαίνεται ότι έφεραν και Σύρους.
Το 1447 η γενουάτικη κυβέρνηση παραχώρησε την Αμμόχωστο στο
Τάγμα του Αγίου Γεωργίου για είκοσι εννέα χρόνια.
"Και αν θέλης να σου πως η Αμόχουστοs επάρτην,
ήταν παραχώρησις θεού δια τας αμαρτίας μας"
(Λεόντιος Μαχαιράς, Ι, 421, 482)
Στη
δεκαετία του 1300 η πόλη και το λιμάνι διαδραματίζουν
πρωτεύοντα ρόλο στο διεθνές εμπόριο.
Το λιμάνι της Αμμοχώστου έχει γίνει όχι μόνο μια μεγάλη
επισταθμία των δρόμων των μπαχαρικών και του μεταξιού, μα
και ένα υποχρεωτικό ενδιάμεσο κέντρο στις τοπικές και
διεθνείς συναλλαγές που αφορούν προϊόντα πρώτης ανάγκης,
τρόφιμα ή κατεργασμένα είδη.
Το λιμάνι επωφελήθηκε πλήρως της μετακίνησης προς το βορρά
των κυρίων αξόνων του μεσογειακού εμπορίου.
Είναι η "γενική αποθήκη του εμπορίου της δύσης με την
ανατολή" και ο τόπος συνάντησης όλων των εθνών της δύσης.
Μετά
το 1347 η κατάσταση αλλάζει ριζικά.
Το λιμάνι της Αμμοχώστου γίνεται το μοναδικό λιμάνι του
νησιού, ανοικτό στο ελεύθερο εμπόριο, κάτω από τον έλεγχο
της Γένουας.
Κατά συνέπεια κάθε πλοίο προερχόμενο από τη δύση, το οποίο
αγκυροβολεί σε άλλο λιμάνι εκτός από την Αμμόχωστο, μπορεί
να συλληφθεί από τις γενουατικές αρχές και να κατασχεθεί το
φορτίο του.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες η Ενετία απαγορεύει κάθε
ανταλλαγή με την Κύπρο, και οι Καταλάνοι εξοργισμένοι από
τις ταλαιπωρίες των πλοίων τους στην Αμμόχωστο προτιμούν την
γραμμή Βαρκελώνης-Ρόδου-Αλεξάνδρειας.
Έτσι η
Αμμόχωστος μένει παράμερα από τους μεγάλους ναυτικούς
δρόμους.
Για να αντισταθμίσουν αυτό το γεγονός και να ξαναδώσουν ζωή
στο λιμάνι, οι Γενουάτες υιοθετούν μια πολιτική καταπιεστική
για τους υπηκόους τους και συγχρόνως μια πιο φιλελεύθερη για
τους ξένους. Με αυτό τον τρόπο η Αμμόχωστος γίνεται
υποχρεωτικός σταθμός για κάθε γενουάτικη γαλέρα που πλέει
προς Συρία ή Αίγυπτο.
Έτσι κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής αναπτύσσεται το
ενετικό εμπόριο με τα άλλα λιμάνια της Κύπρου, και αυτό με
την συνενοχή της αυλής των Λουζινιανών.
H
γενουάτικη όμως περίοδος της πόλης της Αμμοχώστου τελειώνει
άδοξα.
Ενώ το ξεκίνημα ήταν ελπιδοφόρο και χαρακτηριζόταν
από ένα καθεστώς ελεύθερου ανταγωνισμού, τελικά οι Γενουάτες
με την επιβολή του μονοπωλίου και της υποχρεωτικής
αποθήκευσης έφεραν το αντίθετο αποτέλεσμα.
Η αποτυχία αυτή της εμπορικής πολιτικής των
Γενουατών ήταν και η κύρια αιτία της πτώχευσης του Βασιλείου
και της παρακμής της Κύπρου.
Το πέρασμα της πόλης από τα χέρια του τάγματος του Αγίου
Γεωργίου ανόρθωσε βέβαια την ταμειακή κατάσταση, εξυγίανε τη
διοίκηση και βοήθησε την άμυνα. Όπως σημειώνει ο
Philippe de
Mezieres
στα τέλη του 14ου αιώνα: "Η τυραννική καταπίεση και η
απάνθρωπη φιλαργυρία" των Γενουατών φτώχυναν όλο το
βασίλειο της Κύπρου.
Μετά την
κατάληψη της πόλης από τους Γενουάτες, και τη φυγή και
εγκατάσταση των περισσοτέρων εμπόρων στη Συρία και την
Αίγυπτο, έγιναν προσπάθειες αντικατάστασης της Αμμοχώστου,
ως βασικού εμπορικού λιμανιού, από τη Λάρνακα (Σαλίνες) και
σε δεύτερο βαθμό από τη Λεμεσό.
Είναι όμως γεγονός ότι καμία από τις δύο δεν κατάφερε να
πλησιάσει έστω τη φήμη, την αίγλη ή τον πλούτο της
Αμμοχώστου.
Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι εκτός από φυσικό λιμάνι η
Αμμόχωστος προσέφερε επίσης στους εμπόρους και την ασφάλεια
των οχυρών της.
Οι άλλες παράκτιες πόλεις θεωρούνταν πιο ευάλωτες από τους
επιδρομείς, με αποτέλεσμα να μη απολαμβάνουν της
εμπιστοσύνης των πλούσιων εμπόρων που δεν αισθάνονταν
ασφαλείς ώστε να έχουν τις έδρες των επιχειρήσεων τους
σ'αυτές. |
|
|
|
TOP |
|



 |
|